άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, σαν το φάρο στην άκρη του λιμανιού. μιλούσε για τις αγάπες της σαν τις παλίρροιες που ορθωνόντουσαν μπροστά μας. οι έρωτες της φεγγάρια και αυτή η θάλασσα. τόσο μακριά, μα αυτή δινότανε σ' ένα τους βήμα πιο κοντά. αφήνεται πάντα στα μακρινά και λαβωμένα, έλεγε. μετά, βούταγε τα πόδια στην άμμο και φιλοσοφούσε για τη ζωή. για να μπορεί, λέει, να θυμάται από που 'χει ξεκινήσει. και σαν άρχιζε να μιλάει για μέρη ξενικά, καινούργια πείνα άνθιζε. άνοιγε τα χέρια σαν πουλιά και η σκέψη της κυνήγαγε ονειρικές ελευθερίες, αδάμαστες επιθυμίες και ψυχές χωρίς ρίζες. και μετά, σα γύριζε απ' τα μακρινά της ταξίδια, έσβηνε το τσιγάρο, πνίγοντας τον καπνό στη σιωπή της.
σ' αυτά χανότανε και εγώ έσπαγα μέσα μου λίγο λίγο, ξέροντας πως δε θα μπορέσω ποτέ να την εφτάσω. ποιος πιάνει τον άνεμο και ποιος τον φυλακίζει.
κάθε που 'κανα να την αγγίξω, αυτή έτρεχε τα κύματα ξωπίσω. γελούσε δυνατά και μου λεγε.. μου λεγε πόσο ωραία είναι να 'σαι λεύτερος, και γω όλο και πιο πολύ ήθελα να φυλακιστώ στην αγκαλιά της, κάτω απ' την ανάσα της και τα δυο της γυάλινα πετράδια.
σ' αυτά χανότανε και εγώ έσπαγα μέσα μου λίγο λίγο, ξέροντας πως δε θα μπορέσω ποτέ να την εφτάσω. ποιος πιάνει τον άνεμο και ποιος τον φυλακίζει.
κάθε που 'κανα να την αγγίξω, αυτή έτρεχε τα κύματα ξωπίσω. γελούσε δυνατά και μου λεγε.. μου λεγε πόσο ωραία είναι να 'σαι λεύτερος, και γω όλο και πιο πολύ ήθελα να φυλακιστώ στην αγκαλιά της, κάτω απ' την ανάσα της και τα δυο της γυάλινα πετράδια.
