Έχουν περάσει 3 χρόνια, 1 μήνας και 27 μέρες, αλλά ποιος μετρά.
Όχι δεν το θυμάμαι σα να είναι χτες. Όχι δε χτυπάει η καρδιά μου όπως τότε.
Όχι δεν πονάει όσο πριν δυο χρόνια. Όχι δε ζηλεύω πια.
Έχουν περάσει τα χρόνια και εγώ, έχω πια μεγαλώσει.
Μίλησα για σένα, σε μίσησα και σε ξαναγάπησα.
Απαγκιστρώθηκα από σένα, με βρήκα και με αγάπησα.
Έμεινα μόνη. Μόνη όσο γίνεται.
Στην αρχή πονούσε. Πάντα πονάει στην αρχή.
Μετά ο πόνος συνηθίζεται, ή ίσως και να μην πονάει άλλο πια.
Πήγα τις διακοπές που δεν πήγαινες και φύτεψα λουλούδια που δε μου φερνες.
Χόρεψα σε συναυλίες που κανείς δεν ερχόταν.
Φλέρταρα με αδιάκριτους αγνώστους και άλλες φορές τσακώθηκα, γιατί τελικά οι νύχτες δεν έχουν όλες το ίδιο άρωμα.
Άφησα το ταξιδιάρικο μου να με ταξιδέψει στις πιο παιδικές μου επιθυμίες, μα κι αυτές που έκανα σα μεγάλωσα και γνώρισα άλμπατρος και γλάρους.
Έχω τις Παρασκευές μου για κρασί και ταινία και τα Σάββατα για παραλία.
Εκεί που βουλιάζουν τα δάχτυλα μου στην άμμο και θυμάμαι πως είμαι εγώ η γη σα γίνομαι ένα με τον άνεμο.
Δεν πάτησα ποτέ μου ξανά σε ασφαλείς κολυμπήθρες και δεν περπατούσα με ετοιμόρροπους σταλαγμίτες για τα μάτια άλλων. Βρήκα για ποιες αιτίες θέλω να πολεμώ και έμαθα να διαλέγω τις μάχες μου.
Με εκτίμησα λίγο παραπάνω και δεν άφησα κανένα να μου κλείσει το στόμα επειδή γεννήθηκα με φύλο διαφορετικό από αυτό που σπονσάρει η κοινωνία.
Ζούσα και αναζητούσα τη μοναξιά με το ίδιο πάθος.
Μα παρόλα τα μεγαλεία αυτά που έχω ζήσει, δε λέω.. Υπήρχαν βράδια που η ψυχή μου σπαρταρούσε, αναζητώντας το χαμένο βασίλειο της αγκαλιάς σου.
Βυθιζόμουν στη δουλειά, σα σε έψαχνα και το κορμί σε αποθυμούσε.
Τα τσιγάρα μου σαν κι εμένα, καιγόντουσαν μα δεν έβγαζαν καπνό.
Και τα τελείωνε κι αυτά μια ζάλη, πρόωρα, ξεδιάντροπα. Χωρίς καληνύχτα.
Έμαθα, βλέπεις, πως συναίσθημα είναι, θα φύγει και θα ξανάρθει. Και στο κάτω, κάτω, είπα να μην ξανανθίσω σε συνθήκες που δεν προυποθέτουν νερό και ήλιο: Επικοινωνία και θέληση.
Ίσως και πάλι να φταίει το χαζό και ονειροπόλο παραμύθι της γιαγιάς.
Για μια βασίλισσα, Συντροφιά, να την έλεγαν, δε θυμάμαι. Που κι ο πιο ταπεινός χωριάτης να ήσουν στο βασίλειο της, αυτή σου έδινε αυτό που χρόνια αναζητούσες. Όλα να τα΄χες, μα όλα, χωρίς αυτή δεν έβρισκες την ευτυχία.
Κι αυτό πληγώνει παραπάνω ίσως. Όταν η μοναξιά δεν είναι πια δική σου επιλογή, όλες οι στιγμές που έχεις ζήσει διαλέγοντας την, σου φαίνονται μικρές κι ανεπαίσθητες.
Μα ίσως.. Ίσως ακόμη και αυτή η αναζήτηση σε υγρά και σκοτεινά μονοπάτια προς την ξακουστή βασίλισσα, να είναι κι αυτό κομμάτι της ζωής.
Να μην το ζήσω κι αυτό..;