Τρίτη 26 Μαΐου 2009

I Forgot to Remember to Forgot

Και όπως πάντα, προσπαθώ να κλείσω, για ακόμη μια φορά, την πόρτα στο παρελθόν μου. Να κλειδώσω μακρυά από τις σκέψεις μου τα παλιά κεφάλαια, γιατί από τότε που γράφτηκαν μου βασανίζουν το μυαλό. Πάντα με θυμάμαι, να κλείνω το ένα κεφάλαιο, ανοίγοντας ένα άλλο. Άτιμος ο έρωτας. Δυστυχώς όμως, μερικές γραμμές από το προηγούμενο κεφάλαιο, ενώνονταν με το επόμενο. Δυστυχώς, ποτέ το ένα κεφάλαιο δεν τελείωνε όποτε το ήθελα εγώ, όποτε θεωρούσα εγώ σωστό να λήξει. Πάντα μα πάντα έπρεπε να με βασανίζει, να μου τρώει το μυαλό και μετέπειτα. Πάντα με θυμάμαι, να ανοίγω νέα κεφάλαιο, χωρίς να έχω τελείωσει τελείως με το προηγούμενο. Και είναι σημαντικό η λέξη "τελείως"! Στην αρχή είναι εύκολο, νομίζεις ότι τελειώνει κάτι στο τσακ μπαμ και εκεί είναι που την πατάς. Γιατί ποτέ δεν τελειώνει! Πάντα θα σου τρώει τα σωθικά. Αυτές οι γαμηνένες οι αναμνήσεις. Μπορεί να συνεχίσεις, αλλά αυτές οι καταραμένες, οι "πανταχού παρών" αναμνήσεις, σου θυμίζουν συνεχώς πως έχει ακόμη ανοιχτά κεφάλαια. Και δεν ηρεμείς ποτέ σου. Πας να κοιμηθείς και πέφτεις πάνω σε ένα εισητήριο, μετά θυμάσαι το ταξίδι, πως πέρασες, μπλα μπλα μπλα. Πας να ανοίξεις το ράδιο, παίζει το αγαπημένο του τραογύδι, θυμάσαι και μπλα μπλα μπλα. Πας να δεις τηλεόραση, τσακ! Βλέπεις την ταινία που είδατε μαζί, που σου έμαθε, μπλα μπλα μπλα. Και να θέλεις να ξεφύγεις δεν μπορείς!! Και που να πάω; Σε διαφορετική χώρα, για ναμην υπάρχεις πουθενά; ΕΙΜΑΙ ΣΕ ΑΛΛΗ ΧΩΡΑ, ΗΔΗ!!!!! Είσαι στο μπάνιο, σκέφτεσαι να κάνεις διαφορετικό ηλεκτρονικό λογαρισμό, για ν του μιλήσεις. Είσαι στο κρεβάτι, θες να του τηλεφωνήσεις με απόκρυψη. Είσαι στο facebook, θες να μπεις να δεις αν άλλαξε φώτο. Από τη μια θες να τον ξεχάσεις και από την άλλη σου λείπει;; Και ναι, όπως πάντα, φτάνεις στο ίδιο συμπέρασμα, πρέπει να τον ξεχάσεις. Πρέπει να τον αφήσεις στο παρελθόν, πρέπει πρέπει πρέπει. Άμα ήταν τόσο εύκολο, θα το είχα κάνει όμως. Τι χρείαζεσαι τότε, για να τον ξεχάσεις; Σου έχει κάνει ήδη αρκετά, και εσύ δεν θυμάσαι τίποτα! Πόσο ζώον μπορεί να είσαι; Πόσο σε τυφλώνει πάντα ο έρωτας. Όντως, "έρως ανίκαται μάχα και τον άνθρωπο έκανε χαχα"... Ε ρε γλέντια. Και με το να σκεφτεσαι τα όσα σου έκανε, τι θα καταφέρεις; Να τον μειώσεις; Είναι σωστό να μειώνουμε τον πρώην μας; Εξάλλου αν μειώσεις αυτόν, συγχρόνεις μειώνεις και σένα για την επιλογή σου! Με το να μειώνουμε τον άλλο, κάνουμε όμως τους εαυτούς μας να νιώθουν καλύτερα. Πόσο ενάρετο είναι αυτό; Μα πόσο ενάρετα είναι αυτά που έκανε αυτός σε σένα; Καταραμένες αναμνήσεις, πάλι έρχεστε στο μυαλό μου και η ώρα είναι 4:15.. Κοιμάσαι, σκέφτεσαι; Με σκέφτεσαι; Πάντα με θυμάμαι να κάνω αυτές τις ερωτήσεις για τους άντρες που με έχουν πληγώσει. Μα πάντα ξεχνώ να θυμηθώ τα όσα μου έχεις κάνει και πάντα θυμάμαι να ξεχάσω τα όσα μου έχεις κάνει.. και να που είμαι τώρα!

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

Remember Me As a Time of Day II

Έπρεπε να πάμε στο κοιμητήριο, σε πήρανε στα χέρια τους 4 άνδρες. Όταν φτάσαμε εκεί, ο κόσμος είχε κυκλώσει τον τάφο, χωρίς καν να είσαι εσύ εκεί. Άλλοι έκλαιγαν, άλλοι πονούσαν και δεν το έέδειχναν Το αγόρι σου πάλι πρώτο, για όσα και να τον κατηγόρησαν, αυτός ήταν ακόμα εκεί. Σε φέρνανε εκεί μπροστά μας, κρατούσα τον θείο σου από το χέρι, ήταν έτοιμος να καταρρεύσει. Έκλαιγε και σε ζητούσε, εκείνη την ώρα φτάσατε και εσείς. Οι γονείς και η αδερφή σου δεν κλαίγανε, δεν μιλούσανε. Όχι, το μουρμουρητό της μάνας σου, ήταν πάντα στον ήχο των αυτιών μου. Σε βάλανε στον τάφο, σε ανοίξανε να σε φιλήσουν, να σε δοξάζουν, να σε αποχαιρετήσουν. Ο θείος σου επέμενε να σε δει, ήταν τόσο αδύνατος. Είχα μείνει πίσω εγώ, να επιβλέπω, οι σκέψεις περνούσαν σαν σίφουνας εκείνες τις ώρες. Κάτω από τον ήλιο, ξεσπά ένα δυνατό κλάμα, με ένα παραμιλητό, "γιατί τη Μαρίνα μου, φέρε μου πίσω τη Μαρίνα μου". Ήταν η "πανταχού παρών" Αναστασία. Στην αρχή, νόμιζα ότι απλά ήθελε σημασία, όπως κάνει πάντα. Μετά έμαθα πως ήταν μέσα στην "9-δα" που κάνατε παρέα. Πόσο εύκολα κάποιος κρίνει τον άλλον. Σου φέρανε τα στεφάνια, ο κόσμος άρχισε να φεύγει, η μάνα σου είχε κάτσει από πάνω σου σαν τον φύλακα άγγελο σου, μην της ξαναφύγεις. Έπρεπε να πάμε να κεραστούμε, για την παρηγοριά που λένε. Περπατούσαν σαν το σαλιγκάρι, δεν μπορούσαν να κουνήσουν τα πόδια τους. Ακόμη, ούτε ένα δάκρυ δεν είχε κυλήσει. Άμα δεν ξεσπάσουν, τότε θα το κρατούν όλο τον καιρό μέσα τους. Σε κάποια φάση πρέπει να περάσουν τα στάδια του πένθους. Η αδερφή σου έκατσε σε μια γωνιά, της μιλούσανε και αυτή ήτανε στον κόσμο της. Το ίδιο και η μάνα σου. Ο πατέρας σου προσπαθούσε να τους δώσει κουράγιο.

Για ακόμη μια φορά, περνούσαν 1000 χίλιες σκέψεις από το μυαλό μου. Άραγε που πάμε, άραγε όλοι αυτοί εδώ πονάνε; Ο θάνατος είναι κάτι καλό; Και άμα είναι καλό, γιατί όλοι κλαίνε; Και άμα είναι κακό, γιατί τότε όλοι πεθαίνουμε; Γιατί φοράμε μαύρα και όχι άσπρα; Τόσο πολύ πονάμε ή τόσο πολύ εγωιστές είμαστε σαν όντα και δεν θέλουμε να φεύγει ποτέ κανένας από κοντά μας; Ποιοι από όλους αυτούς θα σε θυμούνται μετά από 1 μήνα; Ποιο θα έρχονται να σου φέρνουν λουλούδια; Γιατί οι άνθρωποι πεθαίνουν; Γιατί είναι τόσο δύσκολο, όταν χάνουμε κάποιον; Από εγωισμό ή από αγάπη; Αν είναι αγάπη, τότε γιατί κλαίμε αφού φεύγεις από αυτή την ηλίθια ζωή και πας σε κάτι καλύτερο; Υπάρχει κάτι καλύτερο; Τι έχει μετά από αυτή τη ζωή; Είναι ψέμα ή αλήθεια αυτό που ζούμε τώρα; Μετά από αυτό, τι θα επακολουθήσει; Ποιον θα κατηγορήσουν άλλο; Την φίλη σου, που οδηγούσε το αυτοκίνητο; Το αγόρι σου, που είχατε μαλώσει και πήγες να τον δεις για να τα βρείτε; Τον εαυτό τους, όμως ποτέ. Ποιος καταλάβει όμως τον πόνο της μάνας; Ποιος να του δώσει ένα ελαφρυντικό που αντιδρά έτσι; Ποιο; θα υπερασπιστεί όμως την τιμή αυτών που μένουν πίσω, αφού εσύ δεν είσαι πια εδώ.

Μαρίνα, να είσαι καλά και να προσέχεις εκεί πάνω, Θα έρχομαι να σε βλέπω. Μην λυπάσαι, εκεί πάνω δεν πρέπει να λυπόμαστε. Όλοι θα βρούμε το δρόμο για την έξοδο από αυτό τον κόσμο. Όλοι θα έρθουμε να σε βρούμε. Πάντα να γελάς, όπως έκανες πάντα. Μαρίνα, θα μας λείψεις. Θα σε θυμόμαστε για πάντα.

Σάββατο 23 Μαΐου 2009

Remember Me As a Time of Day I

Η ώρα ήταν ήδη 2.30,, φόρεσα ένα τζινάκι και μια μαύρη, όσο μαύρη ήταν η ψυχή μου, μπλούζα. Δεν μπορούσα να γελάσω, ούτε να κάνω κανένα αστείο, για 2 μέρες ήμουν λες και πέθανα εγώ. Αλλά δεν πέθανα εγώ, ένας άγγελος, πέταξε μακρυά από αυτή τη γη και άφησε πίσω του συντρίμμια 18 χρονών κρίνος, 18 χρονών άγγελος. Της το είχε πει αυτός, ότι θα έρθεις κοντά μου Μαρίνα μου, είχανε πάρει όλοι τα μέτρα τους, εκτός της πιο κρίσιμης στιγμής. Όταν σ' αφήσανε αυτοί στη γη, σε πήρανε αυτοί στον ουρανό.

Ήτανε Σάββατο, μαύρο Σάββατο. Όλοι βαδίζανε με ένα βήμα βαρετό αλλά ανύπαρκτο. Όλοι βαδίζανε με ένα πρόσωπο λυπημένο, απογοητευμένο. Πως να περιγράψεις το πρόσωπο κάποιου που είναι σε θλίψη; Ένα πρόσωπο, απρόσωπο, χωρίς μορφασμούς, απλά να σε βλέπει και να σε προσπερνάει, λες και δεν υπάρχεις, λες και δεν σε ξέρει. Μια εκκλησία, γεμάτη κόσμο, τόσο κόσμο όσο έχει η εκκλησία την ημέρα της Αναστάσεως! Δεν χώραγε να πας πουθενά, τόσοι φίλοι σου ήρθανε να σου πούνε το στερνό αντίο. Όλοι όσοι άκουσαν το "νέο", έτρεξαν να σε αποχαιρετήσουν, να σου πουν να προσέχεις. Δεν χώραγε να πεις μια κουβέντα, δεν ακουγότανε τίποτα. Κάπου κάπου άκουγες και ένα ξέσπασμα κλαμάτων. Η ώρα περνούσε, η ώρα που συνηθίζεις το θάνατο. Και τότε έπρεπε να ακούσεις τον επικήδειο λόγο. Λόγια της χαροκαμένης μάνας που χάνει το παιδί της, χωρίς λόγο. Να σου λέει συνήθειες που έκανε, πάντα τα καλά αυτού που πεθαίνει. Αυτά θέλει να ακούσει ο κόσμος. Να σου λέει τι θα πεθυμήσει πιο πολύ από σένα. Να σου λέει "παπάκι μου αγαπώ σε" και τότε όλοι, μέχρι και οι πέτρες να βάζουν τα κλάματα. Ξέσπασα και εγώ, έβγαλα από μέσα μου, όλη τη θλίψη που κρατούσε μέσα μου καιρό. Όχι μόνο επειδή σε ήξερα, ξαδέρφη, αλλά και για όσα έπονται, για όσα θα συμβούν, για όσα συνέβηκαν, για όσα δεν θα συμβούν ποτέ.

Μπαινόβγαινα στην εκκλησία, έπρεπε να πάω να συλληπηθώ τους γονείς σου, την αδερφή σου. Και τι να τους πω; Τι μπορείς να πεις σε όσους μένουν πίσω; Να κάνουν κουράγιο, υπομονή; Με τη δύναμη να τα κάνουν αυτά; Το αγόρι σου, έφευγε εκείνη την ώρα από δίπλα σου. Τον κρατούσανε 5 άνδρες, για να μην πέσει στο πάτωμα. Έκλαιγε, έχασε κάτι σημαντικό, έφταιγε τον εαυτό του, τον έφταιγαν και οι άλλοι. Πήρα σειρά, οι σκέψεις μου γίνανε ένα μπουρδέλο, συγχίστηκαν με το κλάμα. Εσύ κιτώσουν στο φέρετρο, στη μέση της εκκλησίας. Κάτι περίεργοι, έρχονταν από πάνω σου, να σε δουν πως είσαι. Ίσως να ήταν περίεργοι, ίσως να ήταν αυτοί που θέλουν να το εμπεδώσουν ότι έφυγες τόσο νωρίς από τη ζωή. Δυο κορίτσια, της ηλικίας σου θα ήταν, κλαίγανε πάνω από το φέρετρο, ο πατέρας τους τις κρατούσε, να μην καταρρεύσουν. Έφτανε η σειρά μου, μπουρδούκλωσα τις σκέψεις μου, είδα τον πατέρα σου, τον φίλησα, του είπα να είναι δυνατός. Μετά η μάνα σου, καθότανε, μουρμουρούσε, "μου πήρανε το παιδί μου","έχασα τον άγγελο μου", τη φίλησα, ήτανε κρύα σαν τον πάγο, ούτε ένιωσε το ζεστό από την ψυχή μου φιλί, ούτε γύρισε να δει ποιος την χαιρετούσε. Δίπλα της, η Αγγέλα. Η αδερφή σου ήταν πάντα γελαστή, βαφόταν, μιλούσε. Μα τώρα ήταν απλά μια μούμια, μια πορσελάνη, άψυχη μπροστά μου, να μην κλαίει καν, άναυδη. Συλλυπητήρια και κρατιόμουνα να μην κλάψω μπροστά τους. Βρήκα τον θείο σου μετά, με πήρε στην αγκαλιά του και άρχισε να κλαίει, "την Μαρίνα μου! γιατί την Μαρίνα μου; να προσέχετε στο δρόμο", "να είσαι δυνατός θείε μου και να δίνεις δύναμη στους άλλους", τα δάκρυα τρέχανε, τρέχουν, θα τρέχουν. Λουλούδια, εκατομμύρια λουλούδια μπροστά μου, που θα τα βάλουνε όλα αυτά;

Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

Λαβωμένο Ξωτικό

Δάκρυα που κυλήσανε για σένα γίνανε τραγούδια
λόγια που είχα ακούσει θυμωμένα, ναι τα ακούω και εδώ
νύχτες που απ' τα ξίδια, στήναμε χορό με τα αγγελούδια
έψαχνα στα σύννεφα τα μάτια σου κάπου να βρω

Έπαιρνα από πίσω το αίμα που 'τρεχε απ' τις πληγές σου
μέσα μου κρατούσα ένα θαμμένο χρόνια μυστικό
έκλεβα λιγάκι από τις ψεύτικες ρε τις χαρές σου
σου άπλωνα το χέρι να έρθεις λαβωμένο ξωτικό

Και εγώ θυμάμαι παντού να σε ψάχνω ξωτικό
να δω αλήθεια αν είσαι όπως μου λέγανε κακό
να αντικρίσω τα μάτια σου, το μαγικό σου βλέμμα
που είχα ακούσει όποιος σε δει θα ποτίσει λέει ψέμα
Και θα πνίγει τα όνειρά του στη χαρά σου
θα πουλάει απ' τη ζωή φτάνει να σέρνεται κοντά σου
κι αν ναι θα τον φοβίζει η μοναξιά
και ο χρόνος θα περνάει αργά και συνέχεια θα πονάει
Μα ποτέ δε μ' ένοιαξαν τα λόγια ξωτικό
κρατούσα μέσα μου για χρόνια ένα θαμμένο μυστικό
και μπορεί όταν θα σε δω αν ταιριάξει να σου πω
για ποιο λόγο εγώ ψάχνω τόσα χρόνια να σε βρω
Και ακολουθώ το αίμα που τρέχει απ' τις πληγές σου
χωρίς ποτέ να ζητιανεύω λίγο απ' τις χαρές σου
χωρίς να θέλω να χαρώ κάτι κλεμμένο
ίσως μπορεί εγώ να ξέρω γιατί τρέχεις λαβωμένο
Και σκεπάζω τις σταγόνες απ' το αίμα σου καλά
αν σε βρούνε πληγωμένο για' μένα θα' ναι αργά
ποτέ δε θα μπορέσω εγώ τα μάτια σου να δω
και θα χαθώ χωρίς να ξέρω αν αγαπώ

Έκλεβα λιγάκι από τις ψεύτικες ρε τις χαρές σου
σ' έχει προδώσει το αίμα που κυλάει ξωτικό
Μέσα μου κρατούσα ένα θαμμένο χρόνια μυστικό
και εγώ σ' ακούω παντού, μη φοβάσαι είμαι εδώ

Το μυστικό μας λοιπόν το κρατάω καλά κρυμμένο
συνέχισε να τρέχεις να γυρνάς κυνηγημένο
και εγώ θα 'μαι εκεί πίσω από σένα μια βαριά αναπνοή
να μας σκεπάζει σαν ομίχλη και μπορεί
όποιος ψάχνει να σε βρει και δεν ξέρει γιατί
τα σημάδια που αφήνεις δεν θα δει, θα χαθεί
μα εγώ σε ακούω καλά, φοβισμένο μου μοιάζεις
για πρώτη φορά ξωτικό δε με τρομάζεις
Και είμαι εδώ το χέρι μου σου απλώνω
παίρνω κουράγιο και μπορώ και μετανιώνω
για όλα εκείνα που είχα πει στα βαριά δήθεν τραγούδια
που δεν μοιράστηκα κρασί με τα αγγελούδια
Τώρα μπορώ να σου πω όταν θα σε δω
πως μες τα μάτια σου εγώ ψάχνω καιρό
λίγη απ' τη φωτιά, λίγο από το παραμύθι
και λίγο αγάπη να με σώσει από τη λήθη
Γι' αυτό θάψε όλες τις ψεύτικες χαρές σου
έχω σκεπάσει όλο το αίμα απ' τις πληγές σου
βάλε όλα τα άστρα του ουρανού για νυφικό
και έλα μαζί μου λαβωμένο ξωτικό

Έκλεβα λιγάκι από τις ψεύτικες ρε τις χαρές σου
μοιάζει η νύχτα να κερνάει με χαρά το κακό
Μέσα μου κρατούσα ένα θαμμένο χρόνια μυστικό
είσαι κοντά μου το νιώθω λαβωμένο ξωτικό

Living for Leaving, Leaving for Living

Δεν μετάνιωσα ποτέ για όσα άφησα να φύγουν, πες μου ρε φίλε τότε γιατί οι στιγμές μου με πνίγουν...