"Someone told me there's a girl out there, with love in her eyes and flowers in her hair"
Τρίτη 26 Μαΐου 2009
I Forgot to Remember to Forgot
Δευτέρα 25 Μαΐου 2009
Remember Me As a Time of Day II
Για ακόμη μια φορά, περνούσαν 1000 χίλιες σκέψεις από το μυαλό μου. Άραγε που πάμε, άραγε όλοι αυτοί εδώ πονάνε; Ο θάνατος είναι κάτι καλό; Και άμα είναι καλό, γιατί όλοι κλαίνε; Και άμα είναι κακό, γιατί τότε όλοι πεθαίνουμε; Γιατί φοράμε μαύρα και όχι άσπρα; Τόσο πολύ πονάμε ή τόσο πολύ εγωιστές είμαστε σαν όντα και δεν θέλουμε να φεύγει ποτέ κανένας από κοντά μας; Ποιοι από όλους αυτούς θα σε θυμούνται μετά από 1 μήνα; Ποιο θα έρχονται να σου φέρνουν λουλούδια; Γιατί οι άνθρωποι πεθαίνουν; Γιατί είναι τόσο δύσκολο, όταν χάνουμε κάποιον; Από εγωισμό ή από αγάπη; Αν είναι αγάπη, τότε γιατί κλαίμε αφού φεύγεις από αυτή την ηλίθια ζωή και πας σε κάτι καλύτερο; Υπάρχει κάτι καλύτερο; Τι έχει μετά από αυτή τη ζωή; Είναι ψέμα ή αλήθεια αυτό που ζούμε τώρα; Μετά από αυτό, τι θα επακολουθήσει; Ποιον θα κατηγορήσουν άλλο; Την φίλη σου, που οδηγούσε το αυτοκίνητο; Το αγόρι σου, που είχατε μαλώσει και πήγες να τον δεις για να τα βρείτε; Τον εαυτό τους, όμως ποτέ. Ποιος καταλάβει όμως τον πόνο της μάνας; Ποιος να του δώσει ένα ελαφρυντικό που αντιδρά έτσι; Ποιο; θα υπερασπιστεί όμως την τιμή αυτών που μένουν πίσω, αφού εσύ δεν είσαι πια εδώ.
Μαρίνα, να είσαι καλά και να προσέχεις εκεί πάνω, Θα έρχομαι να σε βλέπω. Μην λυπάσαι, εκεί πάνω δεν πρέπει να λυπόμαστε. Όλοι θα βρούμε το δρόμο για την έξοδο από αυτό τον κόσμο. Όλοι θα έρθουμε να σε βρούμε. Πάντα να γελάς, όπως έκανες πάντα. Μαρίνα, θα μας λείψεις. Θα σε θυμόμαστε για πάντα.
Σάββατο 23 Μαΐου 2009
Remember Me As a Time of Day I
Η ώρα ήταν ήδη 2.30,, φόρεσα ένα τζινάκι και μια μαύρη, όσο μαύρη ήταν η ψυχή μου, μπλούζα. Δεν μπορούσα να γελάσω, ούτε να κάνω κανένα αστείο, για 2 μέρες ήμουν λες και πέθανα εγώ. Αλλά δεν πέθανα εγώ, ένας άγγελος, πέταξε μακρυά από αυτή τη γη και άφησε πίσω του συντρίμμια 18 χρονών κρίνος, 18 χρονών άγγελος. Της το είχε πει αυτός, ότι θα έρθεις κοντά μου Μαρίνα μου, είχανε πάρει όλοι τα μέτρα τους, εκτός της πιο κρίσιμης στιγμής. Όταν σ' αφήσανε αυτοί στη γη, σε πήρανε αυτοί στον ουρανό.
Ήτανε Σάββατο, μαύρο Σάββατο. Όλοι βαδίζανε με ένα βήμα βαρετό αλλά ανύπαρκτο. Όλοι βαδίζανε με ένα πρόσωπο λυπημένο, απογοητευμένο. Πως να περιγράψεις το πρόσωπο κάποιου που είναι σε θλίψη; Ένα πρόσωπο, απρόσωπο, χωρίς μορφασμούς, απλά να σε βλέπει και να σε προσπερνάει, λες και δεν υπάρχεις, λες και δεν σε ξέρει. Μια εκκλησία, γεμάτη κόσμο, τόσο κόσμο όσο έχει η εκκλησία την ημέρα της Αναστάσεως! Δεν χώραγε να πας πουθενά, τόσοι φίλοι σου ήρθανε να σου πούνε το στερνό αντίο. Όλοι όσοι άκουσαν το "νέο", έτρεξαν να σε αποχαιρετήσουν, να σου πουν να προσέχεις. Δεν χώραγε να πεις μια κουβέντα, δεν ακουγότανε τίποτα. Κάπου κάπου άκουγες και ένα ξέσπασμα κλαμάτων. Η ώρα περνούσε, η ώρα που συνηθίζεις το θάνατο. Και τότε έπρεπε να ακούσεις τον επικήδειο λόγο. Λόγια της χαροκαμένης μάνας που χάνει το παιδί της, χωρίς λόγο. Να σου λέει συνήθειες που έκανε, πάντα τα καλά αυτού που πεθαίνει. Αυτά θέλει να ακούσει ο κόσμος. Να σου λέει τι θα πεθυμήσει πιο πολύ από σένα. Να σου λέει "παπάκι μου αγαπώ σε" και τότε όλοι, μέχρι και οι πέτρες να βάζουν τα κλάματα. Ξέσπασα και εγώ, έβγαλα από μέσα μου, όλη τη θλίψη που κρατούσε μέσα μου καιρό. Όχι μόνο επειδή σε ήξερα, ξαδέρφη, αλλά και για όσα έπονται, για όσα θα συμβούν, για όσα συνέβηκαν, για όσα δεν θα συμβούν ποτέ.
Τετάρτη 20 Μαΐου 2009
Λαβωμένο Ξωτικό
λόγια που είχα ακούσει θυμωμένα, ναι τα ακούω και εδώ
νύχτες που απ' τα ξίδια, στήναμε χορό με τα αγγελούδια
έψαχνα στα σύννεφα τα μάτια σου κάπου να βρω
Έπαιρνα από πίσω το αίμα που 'τρεχε απ' τις πληγές σου
μέσα μου κρατούσα ένα θαμμένο χρόνια μυστικό
έκλεβα λιγάκι από τις ψεύτικες ρε τις χαρές σου
σου άπλωνα το χέρι να έρθεις λαβωμένο ξωτικό
Και εγώ θυμάμαι παντού να σε ψάχνω ξωτικό
να δω αλήθεια αν είσαι όπως μου λέγανε κακό
να αντικρίσω τα μάτια σου, το μαγικό σου βλέμμα
που είχα ακούσει όποιος σε δει θα ποτίσει λέει ψέμα
Και θα πνίγει τα όνειρά του στη χαρά σου
θα πουλάει απ' τη ζωή φτάνει να σέρνεται κοντά σου
κι αν ναι θα τον φοβίζει η μοναξιά
και ο χρόνος θα περνάει αργά και συνέχεια θα πονάει
Μα ποτέ δε μ' ένοιαξαν τα λόγια ξωτικό
κρατούσα μέσα μου για χρόνια ένα θαμμένο μυστικό
και μπορεί όταν θα σε δω αν ταιριάξει να σου πω
για ποιο λόγο εγώ ψάχνω τόσα χρόνια να σε βρω
Και ακολουθώ το αίμα που τρέχει απ' τις πληγές σου
χωρίς ποτέ να ζητιανεύω λίγο απ' τις χαρές σου
χωρίς να θέλω να χαρώ κάτι κλεμμένο
ίσως μπορεί εγώ να ξέρω γιατί τρέχεις λαβωμένο
Και σκεπάζω τις σταγόνες απ' το αίμα σου καλά
αν σε βρούνε πληγωμένο για' μένα θα' ναι αργά
ποτέ δε θα μπορέσω εγώ τα μάτια σου να δω
και θα χαθώ χωρίς να ξέρω αν αγαπώ
Έκλεβα λιγάκι από τις ψεύτικες ρε τις χαρές σου
σ' έχει προδώσει το αίμα που κυλάει ξωτικό
Μέσα μου κρατούσα ένα θαμμένο χρόνια μυστικό
και εγώ σ' ακούω παντού, μη φοβάσαι είμαι εδώ
Το μυστικό μας λοιπόν το κρατάω καλά κρυμμένο
συνέχισε να τρέχεις να γυρνάς κυνηγημένο
και εγώ θα 'μαι εκεί πίσω από σένα μια βαριά αναπνοή
να μας σκεπάζει σαν ομίχλη και μπορεί
όποιος ψάχνει να σε βρει και δεν ξέρει γιατί
τα σημάδια που αφήνεις δεν θα δει, θα χαθεί
μα εγώ σε ακούω καλά, φοβισμένο μου μοιάζεις
για πρώτη φορά ξωτικό δε με τρομάζεις
Και είμαι εδώ το χέρι μου σου απλώνω
παίρνω κουράγιο και μπορώ και μετανιώνω
για όλα εκείνα που είχα πει στα βαριά δήθεν τραγούδια
που δεν μοιράστηκα κρασί με τα αγγελούδια
Τώρα μπορώ να σου πω όταν θα σε δω
πως μες τα μάτια σου εγώ ψάχνω καιρό
λίγη απ' τη φωτιά, λίγο από το παραμύθι
και λίγο αγάπη να με σώσει από τη λήθη
Γι' αυτό θάψε όλες τις ψεύτικες χαρές σου
έχω σκεπάσει όλο το αίμα απ' τις πληγές σου
βάλε όλα τα άστρα του ουρανού για νυφικό
και έλα μαζί μου λαβωμένο ξωτικό
Έκλεβα λιγάκι από τις ψεύτικες ρε τις χαρές σου
μοιάζει η νύχτα να κερνάει με χαρά το κακό
Μέσα μου κρατούσα ένα θαμμένο χρόνια μυστικό
είσαι κοντά μου το νιώθω λαβωμένο ξωτικό

