Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Για κάτι ματσάκια μενεξέδες

Ξάπλωνε στο κρεβάτι, διάβαζε Μαλβίνα και είχε ένα διαπεραστικό βλέμμα σα μίλαγε για το ποτήρι νερό που έπρεπε να μου είχε φέρει. "Πάμε να σε βγάλω στον ήλιο" αποφάσισε και ένα μειδίαμα φάνηκε στο πρόσωπο του. Στα μάτια του, όμως, τα ματσάκια μενεξέδες ήταν ακόμη εκεί.
Είναι από τους ανθρώπους που θέλουν να δώσουν, χωρίς να ψάξεις τα άδυτα της ψυχής τους. Τα πάνε καλά με τη μοναξιά τους και έχουν κρυμμένο ένα τραύμα στα στήθια. Η ψυχή τους όμως είναι πιο βαθιά απ' την πληγή τους. Θα σε θαυμάσουν γι αυτό που είσαι και όχι γι αυτό που θα ήθελαν να είσαι. Θα σε παρατηρήσουν, θα σε νιώσουν, θα σε κάνουν δική τους. Και μετά θα σε προστατέψουν. Θα σε προειδοποιήσουν για τον καημό και το σεκλέτι που κρατάει χρόνια και δε φεύγει. Ή δεν το αφήνουν να φύγει, τιμωρώντας έτσι τον εαυτό τους για μια αχαριστία που ένιωσαν πριν χρόνια.
Και εσύ απλά κοιτάς. Χαζεύεις. Περιεργάζεσαι. Παρατηρείς. Αυτό το χάος που σχηματίζεται, εσένα σου κάνει νόημα. Σου βγάζει μαγεία. Αναρωτιέσαι άλλες φορές αν θα μπορούσε να δέσει στο δικό σου λιμάνι. Μη ρωτάς, δε θα πάρεις απάντηση. Δε χρειάζεται κιόλας.
"Ναι, πάμε!", είπα και φόρεσα το χρώμα που ταιριάζει με τους μενεξέδες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: