Και όταν θα με θυμάσαι,
να με θυμάσαι ως πλανεύτρα, άπιαστη και ταξιδεύτρα.
Με μάτια που ψάχνουν τη διαφορετικότητα
και με μια δίψα για συνηθισμένες λεπτομέρειες,
στην άκρη του κόσμου να βρίσκει περιπέτειες
Για τις πινελιές στον πίνακά μου. Από αυτούς τους τελευταίους τέσσερις μήνες που πέταξαν και αυτοί σαν πουλιά. Αφήνοντας πίσω συναισθήματα, εμπειρίες, σκέψεις, αναμνήσεις και ψυχές. Στον άντρα με την τραγιάσκα που κατάλαβε ότι η ευτυχία του δεν κρύβεται στην επαγγελματική του επιτυχία. Σ' αυτόν που λυγίζει σίδερα, κι ας μην μπορεί να αγγίξει τα κάγκελα της δικής του φυλακής. Σε όσους κολύμπησαν μέχρι τη στεριά και πάτησαν γαϊδουράγκαθα. Στην ξανθιά που χάριζα χαμόγελο κάθε πρωί να 'χει να την πλανεύει, κι ας την ζήλευα παράλληλα σε μια άλλη χώρα. Στον οδηγό που θέλει γρήγορα να μεγαλώσει και στον οδηγό που ποτέ δεν προλαβαίνει. Στον οδηγό που δε θες να σου τύχει και στους μικροπρεπείς που σε κάνουν [..να θες να ανοίξεις ένα μπουκάλι κρασί στο κεφάλι τους..] να εκτιμάς αυτούς που 'χεις γύρω σου. Στα πουλιά που μου 'φερναν την άνοιξη κάθε φορά κι ας ήταν εικονικά φτιαγμένη. Στο παιδί που κάνει ποδήλατο χωρίς παπούτσια και στην κυρία βγαλμένη από το suits. Στον τύπο με τον κίτρινο υπνόσακο που δεν έμαθα ποτέ το όνομα του, από φόβο ή ίσως κι από ντροπή. Στα πουλιά που μέναμε μαζί, στις βρωμιές, στο τρίχωμα στον καφέ, στις αλλαγές, και στα gypsy σπίτια - μιας και δεν είχα ποτέ ξανά παρέα στο κλουβί. Στις αδελφές ψυχές μου∙ ήρθαν στη ζωή μου για να μου φανερώσουν άλλο ένα κομμάτι παζλ του εαυτού μου και μετά να φύγουν. Στο γέλιο, στο κλάμα, στην αηδία, στη χαρά, στη ντροπή, στη στεναχώρια, στην απογοήτευση και στην περηφάνεια. Στις βροχές, στα όμορφα χρώματα, στο κόκκινο φεγγάρι, στα τσιγάρα που δεν άναψαν, στα κρασιά που μας έφεραν πιο κοντά, στα στρώματα που άλλαξα, στα λουλούδια, στα όνειρα που ίσως ποτέ μου δε θα φτάσω, στον πρωινό καφέ, στο μωβ, στο κίτρινο, στο πράσινο. Στους φίλους που μου στάθηκαν και στους φίλους που μπλέχτηκαν. Στους φίλους που δε θα ξαναδώ. Σε σένα που χάθηκες, σε σένα που ήρθες πιο κοντά, σε σένα που παραλίγο να χάσω, και σε σένα ακόμη που δεν έφτασα.
Και όταν θα με θυμάσαι,
να με θυμάσαι και να χαμογελάς.
Για τις εμπειρίες που ζήσαμε και δεν απαθανατίσαμε.
Για τους σπόρους που αφήνω πάντα πίσω.
και με μια δίψα για συνηθισμένες λεπτομέρειες,
στην άκρη του κόσμου να βρίσκει περιπέτειες
Για τις πινελιές στον πίνακά μου. Από αυτούς τους τελευταίους τέσσερις μήνες που πέταξαν και αυτοί σαν πουλιά. Αφήνοντας πίσω συναισθήματα, εμπειρίες, σκέψεις, αναμνήσεις και ψυχές. Στον άντρα με την τραγιάσκα που κατάλαβε ότι η ευτυχία του δεν κρύβεται στην επαγγελματική του επιτυχία. Σ' αυτόν που λυγίζει σίδερα, κι ας μην μπορεί να αγγίξει τα κάγκελα της δικής του φυλακής. Σε όσους κολύμπησαν μέχρι τη στεριά και πάτησαν γαϊδουράγκαθα. Στην ξανθιά που χάριζα χαμόγελο κάθε πρωί να 'χει να την πλανεύει, κι ας την ζήλευα παράλληλα σε μια άλλη χώρα. Στον οδηγό που θέλει γρήγορα να μεγαλώσει και στον οδηγό που ποτέ δεν προλαβαίνει. Στον οδηγό που δε θες να σου τύχει και στους μικροπρεπείς που σε κάνουν [..να θες να ανοίξεις ένα μπουκάλι κρασί στο κεφάλι τους..] να εκτιμάς αυτούς που 'χεις γύρω σου. Στα πουλιά που μου 'φερναν την άνοιξη κάθε φορά κι ας ήταν εικονικά φτιαγμένη. Στο παιδί που κάνει ποδήλατο χωρίς παπούτσια και στην κυρία βγαλμένη από το suits. Στον τύπο με τον κίτρινο υπνόσακο που δεν έμαθα ποτέ το όνομα του, από φόβο ή ίσως κι από ντροπή. Στα πουλιά που μέναμε μαζί, στις βρωμιές, στο τρίχωμα στον καφέ, στις αλλαγές, και στα gypsy σπίτια - μιας και δεν είχα ποτέ ξανά παρέα στο κλουβί. Στις αδελφές ψυχές μου∙ ήρθαν στη ζωή μου για να μου φανερώσουν άλλο ένα κομμάτι παζλ του εαυτού μου και μετά να φύγουν. Στο γέλιο, στο κλάμα, στην αηδία, στη χαρά, στη ντροπή, στη στεναχώρια, στην απογοήτευση και στην περηφάνεια. Στις βροχές, στα όμορφα χρώματα, στο κόκκινο φεγγάρι, στα τσιγάρα που δεν άναψαν, στα κρασιά που μας έφεραν πιο κοντά, στα στρώματα που άλλαξα, στα λουλούδια, στα όνειρα που ίσως ποτέ μου δε θα φτάσω, στον πρωινό καφέ, στο μωβ, στο κίτρινο, στο πράσινο. Στους φίλους που μου στάθηκαν και στους φίλους που μπλέχτηκαν. Στους φίλους που δε θα ξαναδώ. Σε σένα που χάθηκες, σε σένα που ήρθες πιο κοντά, σε σένα που παραλίγο να χάσω, και σε σένα ακόμη που δεν έφτασα.
Και όταν θα με θυμάσαι,
να με θυμάσαι και να χαμογελάς.
Για τις εμπειρίες που ζήσαμε και δεν απαθανατίσαμε.
Για τους σπόρους που αφήνω πάντα πίσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου