Η ώρα ήταν ήδη 2.30,, φόρεσα ένα τζινάκι και μια μαύρη, όσο μαύρη ήταν η ψυχή μου, μπλούζα. Δεν μπορούσα να γελάσω, ούτε να κάνω κανένα αστείο, για 2 μέρες ήμουν λες και πέθανα εγώ. Αλλά δεν πέθανα εγώ, ένας άγγελος, πέταξε μακρυά από αυτή τη γη και άφησε πίσω του συντρίμμια 18 χρονών κρίνος, 18 χρονών άγγελος. Της το είχε πει αυτός, ότι θα έρθεις κοντά μου Μαρίνα μου, είχανε πάρει όλοι τα μέτρα τους, εκτός της πιο κρίσιμης στιγμής. Όταν σ' αφήσανε αυτοί στη γη, σε πήρανε αυτοί στον ουρανό.
Ήτανε Σάββατο, μαύρο Σάββατο. Όλοι βαδίζανε με ένα βήμα βαρετό αλλά ανύπαρκτο. Όλοι βαδίζανε με ένα πρόσωπο λυπημένο, απογοητευμένο. Πως να περιγράψεις το πρόσωπο κάποιου που είναι σε θλίψη; Ένα πρόσωπο, απρόσωπο, χωρίς μορφασμούς, απλά να σε βλέπει και να σε προσπερνάει, λες και δεν υπάρχεις, λες και δεν σε ξέρει. Μια εκκλησία, γεμάτη κόσμο, τόσο κόσμο όσο έχει η εκκλησία την ημέρα της Αναστάσεως! Δεν χώραγε να πας πουθενά, τόσοι φίλοι σου ήρθανε να σου πούνε το στερνό αντίο. Όλοι όσοι άκουσαν το "νέο", έτρεξαν να σε αποχαιρετήσουν, να σου πουν να προσέχεις. Δεν χώραγε να πεις μια κουβέντα, δεν ακουγότανε τίποτα. Κάπου κάπου άκουγες και ένα ξέσπασμα κλαμάτων. Η ώρα περνούσε, η ώρα που συνηθίζεις το θάνατο. Και τότε έπρεπε να ακούσεις τον επικήδειο λόγο. Λόγια της χαροκαμένης μάνας που χάνει το παιδί της, χωρίς λόγο. Να σου λέει συνήθειες που έκανε, πάντα τα καλά αυτού που πεθαίνει. Αυτά θέλει να ακούσει ο κόσμος. Να σου λέει τι θα πεθυμήσει πιο πολύ από σένα. Να σου λέει "παπάκι μου αγαπώ σε" και τότε όλοι, μέχρι και οι πέτρες να βάζουν τα κλάματα. Ξέσπασα και εγώ, έβγαλα από μέσα μου, όλη τη θλίψη που κρατούσε μέσα μου καιρό. Όχι μόνο επειδή σε ήξερα, ξαδέρφη, αλλά και για όσα έπονται, για όσα θα συμβούν, για όσα συνέβηκαν, για όσα δεν θα συμβούν ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου