Σάββατο 23 Μαΐου 2009

Remember Me As a Time of Day I

Η ώρα ήταν ήδη 2.30,, φόρεσα ένα τζινάκι και μια μαύρη, όσο μαύρη ήταν η ψυχή μου, μπλούζα. Δεν μπορούσα να γελάσω, ούτε να κάνω κανένα αστείο, για 2 μέρες ήμουν λες και πέθανα εγώ. Αλλά δεν πέθανα εγώ, ένας άγγελος, πέταξε μακρυά από αυτή τη γη και άφησε πίσω του συντρίμμια 18 χρονών κρίνος, 18 χρονών άγγελος. Της το είχε πει αυτός, ότι θα έρθεις κοντά μου Μαρίνα μου, είχανε πάρει όλοι τα μέτρα τους, εκτός της πιο κρίσιμης στιγμής. Όταν σ' αφήσανε αυτοί στη γη, σε πήρανε αυτοί στον ουρανό.

Ήτανε Σάββατο, μαύρο Σάββατο. Όλοι βαδίζανε με ένα βήμα βαρετό αλλά ανύπαρκτο. Όλοι βαδίζανε με ένα πρόσωπο λυπημένο, απογοητευμένο. Πως να περιγράψεις το πρόσωπο κάποιου που είναι σε θλίψη; Ένα πρόσωπο, απρόσωπο, χωρίς μορφασμούς, απλά να σε βλέπει και να σε προσπερνάει, λες και δεν υπάρχεις, λες και δεν σε ξέρει. Μια εκκλησία, γεμάτη κόσμο, τόσο κόσμο όσο έχει η εκκλησία την ημέρα της Αναστάσεως! Δεν χώραγε να πας πουθενά, τόσοι φίλοι σου ήρθανε να σου πούνε το στερνό αντίο. Όλοι όσοι άκουσαν το "νέο", έτρεξαν να σε αποχαιρετήσουν, να σου πουν να προσέχεις. Δεν χώραγε να πεις μια κουβέντα, δεν ακουγότανε τίποτα. Κάπου κάπου άκουγες και ένα ξέσπασμα κλαμάτων. Η ώρα περνούσε, η ώρα που συνηθίζεις το θάνατο. Και τότε έπρεπε να ακούσεις τον επικήδειο λόγο. Λόγια της χαροκαμένης μάνας που χάνει το παιδί της, χωρίς λόγο. Να σου λέει συνήθειες που έκανε, πάντα τα καλά αυτού που πεθαίνει. Αυτά θέλει να ακούσει ο κόσμος. Να σου λέει τι θα πεθυμήσει πιο πολύ από σένα. Να σου λέει "παπάκι μου αγαπώ σε" και τότε όλοι, μέχρι και οι πέτρες να βάζουν τα κλάματα. Ξέσπασα και εγώ, έβγαλα από μέσα μου, όλη τη θλίψη που κρατούσε μέσα μου καιρό. Όχι μόνο επειδή σε ήξερα, ξαδέρφη, αλλά και για όσα έπονται, για όσα θα συμβούν, για όσα συνέβηκαν, για όσα δεν θα συμβούν ποτέ.

Μπαινόβγαινα στην εκκλησία, έπρεπε να πάω να συλληπηθώ τους γονείς σου, την αδερφή σου. Και τι να τους πω; Τι μπορείς να πεις σε όσους μένουν πίσω; Να κάνουν κουράγιο, υπομονή; Με τη δύναμη να τα κάνουν αυτά; Το αγόρι σου, έφευγε εκείνη την ώρα από δίπλα σου. Τον κρατούσανε 5 άνδρες, για να μην πέσει στο πάτωμα. Έκλαιγε, έχασε κάτι σημαντικό, έφταιγε τον εαυτό του, τον έφταιγαν και οι άλλοι. Πήρα σειρά, οι σκέψεις μου γίνανε ένα μπουρδέλο, συγχίστηκαν με το κλάμα. Εσύ κιτώσουν στο φέρετρο, στη μέση της εκκλησίας. Κάτι περίεργοι, έρχονταν από πάνω σου, να σε δουν πως είσαι. Ίσως να ήταν περίεργοι, ίσως να ήταν αυτοί που θέλουν να το εμπεδώσουν ότι έφυγες τόσο νωρίς από τη ζωή. Δυο κορίτσια, της ηλικίας σου θα ήταν, κλαίγανε πάνω από το φέρετρο, ο πατέρας τους τις κρατούσε, να μην καταρρεύσουν. Έφτανε η σειρά μου, μπουρδούκλωσα τις σκέψεις μου, είδα τον πατέρα σου, τον φίλησα, του είπα να είναι δυνατός. Μετά η μάνα σου, καθότανε, μουρμουρούσε, "μου πήρανε το παιδί μου","έχασα τον άγγελο μου", τη φίλησα, ήτανε κρύα σαν τον πάγο, ούτε ένιωσε το ζεστό από την ψυχή μου φιλί, ούτε γύρισε να δει ποιος την χαιρετούσε. Δίπλα της, η Αγγέλα. Η αδερφή σου ήταν πάντα γελαστή, βαφόταν, μιλούσε. Μα τώρα ήταν απλά μια μούμια, μια πορσελάνη, άψυχη μπροστά μου, να μην κλαίει καν, άναυδη. Συλλυπητήρια και κρατιόμουνα να μην κλάψω μπροστά τους. Βρήκα τον θείο σου μετά, με πήρε στην αγκαλιά του και άρχισε να κλαίει, "την Μαρίνα μου! γιατί την Μαρίνα μου; να προσέχετε στο δρόμο", "να είσαι δυνατός θείε μου και να δίνεις δύναμη στους άλλους", τα δάκρυα τρέχανε, τρέχουν, θα τρέχουν. Λουλούδια, εκατομμύρια λουλούδια μπροστά μου, που θα τα βάλουνε όλα αυτά;

Δεν υπάρχουν σχόλια: