Θέλω να μοιραστώ μια ιστορία.
Είμαι στην πόλη της Νέας Υόρκης για λίγες μέρες. Τουρίστας.
Με καταλάβαινες από μακριά. Σακίδιο, μαντήλι, καπέλο, και χάρτες. 2-3 έτσι για να έχω να δείχνομαι.
Παρ όλους αυτούς τους χάρτες, εγώ ήθελα να χαθώ.
Περπατούσα ανέμελη, και έφτασα σε δρόμο πολυσύχναστο. Μεταξύ του Confucius Plaza και 2-3 γνωστά μαγαζιά - μαγαζιά που μπαινόβγαινε κόσμος.
Κάτω από τα σκαλάκια μεταξύ των μαγαζιών, στο πεζοδρόμιο δηλαδή, να κείτεται ένας άντρας, γύρω στα 60, μούσια, σκισμένα ρούχα, αίμα στα χέρια. Μύγες να πετάνε από πάνω του. Φαινόταν νεκρός.
Από πάνω του κάποιος άλλος να του φωνάζει και να με ρωτάει "He dead? He dead?". Ρωτάω και γω, πήρατε τα επείγοντα; Με κοιτάει, τον κοιτάω. Και συνεχίζει να του φωνάζει.
Τον έσπρωξα να τον ξυπνήσω. Τίποτα. Του φώναξα και γω. Τον ξαναέσπρωξα. Κούνησε το ένα δάχτυλο. Τον ξαναέσπρωξα. Ξανακούνησε το δάχτυλο.
Πέρασαν τουλάχιστον 20 άτομα από μπροστά. Κανένας δε σταμάτησε. Ο τύπος που του φώναζε, εξαφανίστηκε. Έμεινα μόνη με ένα άνθρωπο στο πεζοδρόμιο και να αναρωτιέμαι αν θα μου πεθάνει στα χέρια.
Οι καταστηματάρχες, στέκονταν στις εισόδους τους και βλέπανε το τσίρκο.
Αφού λοιπόν όσοι περνούσαν, απλά κοιτούσαν -με αποτρόπαιο τρόπο- και προσπερνούσαν, πήρα τηλέφωνο στα επείγοντα.
Η αστυνομία και το ασθενοφόρο ήρθαν σε 5 λεπτά.
"Ευχαριστούμε που καλέσατε", αποκρίνεται ο αστυνόμος.
Άρχισα να περπατώ τρεχτά. Κλαίγοντας..
Μόνο που τα γράφω όλα αυτά τώρα, το στομάχι μου δένεται κόμπος.
Δεν ξέρω για πόση ώρα ο γεράκος ήταν εκεί.
Δεν ξέρω πόσοι άλλοι πέρασαν από κει και δεν πήραν ένα τηλέφωνο.
Μου πέρασε από το μυαλό μια στιχομυθία που είχαν μια μέρα πριν: "Γιατί πιστεύεις ακόμη στην ανθρωπότητα;" Και εγώ απάντησα "Θα σου δείξω σε 5 λεπτά, όταν βγούμε στο δρόμο".
Έκλαψα, διότι εκείνη στιγμή που θυμήθηκα αυτή τη στιχομυθία, ένιωσα τις πεποιθήσεις μου να με πνίγουν. Και ένιωσα ένα κενό.
Και τότε θυμήθηκα την αγαπημένη μου φράση.
"Γίνε η αλλαγή που θες να δεις στον κόσμο".
Τουλάχιστον έχω αυτή τη σκέψη να με συντροφεύει για όσο θα είμαι ακόμη σε αυτή την πόλη.
Εύχοντας πως σε κάποια φάση οι άνθρωποι θα νιώσουν.
Είμαι στην πόλη της Νέας Υόρκης για λίγες μέρες. Τουρίστας.
Με καταλάβαινες από μακριά. Σακίδιο, μαντήλι, καπέλο, και χάρτες. 2-3 έτσι για να έχω να δείχνομαι.
Παρ όλους αυτούς τους χάρτες, εγώ ήθελα να χαθώ.
Περπατούσα ανέμελη, και έφτασα σε δρόμο πολυσύχναστο. Μεταξύ του Confucius Plaza και 2-3 γνωστά μαγαζιά - μαγαζιά που μπαινόβγαινε κόσμος.
Κάτω από τα σκαλάκια μεταξύ των μαγαζιών, στο πεζοδρόμιο δηλαδή, να κείτεται ένας άντρας, γύρω στα 60, μούσια, σκισμένα ρούχα, αίμα στα χέρια. Μύγες να πετάνε από πάνω του. Φαινόταν νεκρός.
Από πάνω του κάποιος άλλος να του φωνάζει και να με ρωτάει "He dead? He dead?". Ρωτάω και γω, πήρατε τα επείγοντα; Με κοιτάει, τον κοιτάω. Και συνεχίζει να του φωνάζει.
Τον έσπρωξα να τον ξυπνήσω. Τίποτα. Του φώναξα και γω. Τον ξαναέσπρωξα. Κούνησε το ένα δάχτυλο. Τον ξαναέσπρωξα. Ξανακούνησε το δάχτυλο.
Πέρασαν τουλάχιστον 20 άτομα από μπροστά. Κανένας δε σταμάτησε. Ο τύπος που του φώναζε, εξαφανίστηκε. Έμεινα μόνη με ένα άνθρωπο στο πεζοδρόμιο και να αναρωτιέμαι αν θα μου πεθάνει στα χέρια.
Οι καταστηματάρχες, στέκονταν στις εισόδους τους και βλέπανε το τσίρκο.
Αφού λοιπόν όσοι περνούσαν, απλά κοιτούσαν -με αποτρόπαιο τρόπο- και προσπερνούσαν, πήρα τηλέφωνο στα επείγοντα.
Η αστυνομία και το ασθενοφόρο ήρθαν σε 5 λεπτά.
"Ευχαριστούμε που καλέσατε", αποκρίνεται ο αστυνόμος.
Άρχισα να περπατώ τρεχτά. Κλαίγοντας..
Μόνο που τα γράφω όλα αυτά τώρα, το στομάχι μου δένεται κόμπος.
Δεν ξέρω για πόση ώρα ο γεράκος ήταν εκεί.
Δεν ξέρω πόσοι άλλοι πέρασαν από κει και δεν πήραν ένα τηλέφωνο.
Μου πέρασε από το μυαλό μια στιχομυθία που είχαν μια μέρα πριν: "Γιατί πιστεύεις ακόμη στην ανθρωπότητα;" Και εγώ απάντησα "Θα σου δείξω σε 5 λεπτά, όταν βγούμε στο δρόμο".
Έκλαψα, διότι εκείνη στιγμή που θυμήθηκα αυτή τη στιχομυθία, ένιωσα τις πεποιθήσεις μου να με πνίγουν. Και ένιωσα ένα κενό.
Και τότε θυμήθηκα την αγαπημένη μου φράση.
"Γίνε η αλλαγή που θες να δεις στον κόσμο".
Τουλάχιστον έχω αυτή τη σκέψη να με συντροφεύει για όσο θα είμαι ακόμη σε αυτή την πόλη.
Εύχοντας πως σε κάποια φάση οι άνθρωποι θα νιώσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου