Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Δεν ξεράθηκαν ποτέ τα ματσάκια μενεξέδων

Και έκανε το λάθος και τσίμπησε. Νόμισε ότι θα έδενε στο δικό της λιμάνι. Ή τουλάχιστον, νόμιζε ότι θα έκανε μια στάση παραπάνω. Έτσι για το γαμώτο ρε παιδί μου. Ας πούμε, για την τόση ελευθερία και την τόση αρμονία που μπορεί να προσφέρει το γαμωλιμάνι της. Που να φανταστεί ότι θα 'βγαινε φήμη ότι έβαλε εμπάργκο για σαπιοκάραβα.
Φλέρταρε με το σαπιοκάραβο, που χει κρυμμένο το τραύμα βαθιά στα στήθια, και όση ψυχή κι αν θέλει να δείξει, πάντα θα το τρώει. Ένα σαράκι που δε λέει να αφήσει. Για μια γοργόνα που το έκαμε να τσακιστεί με φόρα πάνω στα βράχια. Έπεσαν οι θησαυροί του και χάθηκαν στο πέλαγος. Και φύτρωσαν στη θέση τους μενεξέδες. Πήρε κι η γοργόνα ένα λάφυρο να έχει να θυμάται. Πιο πολύ το σαπιοκάραβο. Που σα δεν πρόλαβε να κρατήσει τίποτα, γυρνάει σακατεμένο στις θάλασσες του κόσμου και αποδοκιμάζει τα λιμάνια που βρίσκει στο δρόμο του. 
Στα πέλαγα καθώς αρμένιζε, έφτασε στο δικό της λιμάνι. Αυτή το καλοδέχτηκε, το φρόντισε. Όπως ακριβώς ήταν. Έγλειψε τις πληγές του με όλη την αγάπη της. Πως να μη βοήθησει να επουλώσει τα σακατεμένα του αμπάρια; Αυτό δεν κάνει ένα λιμάνι; Εφοδιάζει. Ξαποστάζει. Έπιασε το μάτι της τους μενεξέδες. Κάθε φορά που έδενε στο δικό της λιμάνι, τα έβλεπε να μαραίνονται. Και άνθιζε στη θέση τους ένα πράσινο χρώμα. Μια αντανάκλαση απ' το βουνό, πάνω λίγο απ' το λιμάνι. 
Της έκανε νόημα τον τελευταίο καιρό πως δε βαστάει για άλλες στάσεις. Μα κάθε φορά, αυτό, ξαναγυρνούσε. Το μπάσταρδο το έφαγε από μέσα και διάλεξε το φευγιό του. Ούτε απόδειξη δεν πρόλαβε να του κόψει. Έχασες, της είπε. Χάσαμε. Λες και το έδιωξε καμιά φορά επειδή ήταν σαπιοκάραβο. Γαμημένες φήμες. Πούστικο παρελθόν. Το σαπιοκάραβο τράβηξε για άλλες θάλασσες, χωρίς αντίο. Πήρε και τους κόμπους του και δεν ξαναγύρισε. 

Τι κι αν έχασε, τι κι αν κέρδισε. "Όλα τελειώνουν και όλα περνάνε". Την πλήρωσε μέχρι δεκάρας τη φήμη. Ξεχρέωσε πάλι μ' ένα στίχο. Δε χρωστάει τίποτα άλλο πια. Έτσι κι αλλιώς τον εαυτό της πάντα παίζει σε αυτό το παιχνίδι που λέγεται έρωτας. Εκείνον τον είχε σύμμαχο. Ίσως πάλι αυτός να μην το βλεπε με τον ίδιο τρόπο. Ίσως από την άλλη, πολύ να πήγε κι αυτός ο γύρος. Κάτι ματσάκια μενεξέδες της άφησε στο φεύγα του. Έτσι για να πηγαίνουν με το χρώμα του βουνού, εκεί ψηλά λίγο πιο πάνω απ' το λιμάνι. 
Μα να θυμάσαι πάντοτε πουλάκι μου, και έχε το καλά στο νου σου.. Τους μενεξέδες όσο τους ποτίζεις με αμφιβολίες, δε θα ξεραθούν ποτέ. Ποτέ. 



Δεν υπάρχουν σχόλια: